ローリング

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλευρικός κλυδωνισμός (πλοίου κ.λπ.)
  2. 02 έναρξη, ξεκίνημα (σχεδίου κ.λπ.)
  3. 03 καθομιλουμένη παράνομη οδική κόντρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ローリングする
Παρόν (ευγενικό)
ローリングします
Άρνηση (απλή)
ローリングしない
Άρνηση (ευγενική)
ローリングしません
Παρελθόν (απλό)
ローリングした
Παρελθόν (ευγενικό)
ローリングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ローリングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ローリングしませんでした
Τε-μορφή
ローリングして
Δυνητική
ローリングできる
Προστακτική
ローリングしろ
Βουλητική
ローリングしよう
Υποθετική (ば)
ローリングすれば