ロールアウト

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυκλοφορία (προϊόντος)
  2. 02 εκφόρτωση (περιεχομένων μνήμης), μεταφορά δεδομένων (swapping out)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ロールアウトする
Παρόν (ευγενικό)
ロールアウトします
Άρνηση (απλή)
ロールアウトしない
Άρνηση (ευγενική)
ロールアウトしません
Παρελθόν (απλό)
ロールアウトした
Παρελθόν (ευγενικό)
ロールアウトしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ロールアウトしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ロールアウトしませんでした
Τε-μορφή
ロールアウトして
Δυνητική
ロールアウトできる
Προστακτική
ロールアウトしろ
Βουλητική
ロールアウトしよう
Υποθετική (ば)
ロールアウトすれば