ワクチンを打うつ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμβολιάζω, εμβολιάζομαι, κάνω εμβόλιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
ワクチンを打つ
Παρόν (ευγενικό)
ワクチンを打ちます
Άρνηση (απλή)
ワクチンを打たない
Άρνηση (ευγενική)
ワクチンを打ちません
Παρελθόν (απλό)
ワクチンを打った
Παρελθόν (ευγενικό)
ワクチンを打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ワクチンを打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ワクチンを打ちませんでした
Τε-μορφή
ワクチンを打って
Δυνητική
ワクチンを打てる
Προστακτική
ワクチンを打て
Βουλητική
ワクチンを打とう
Υποθετική (ば)
ワクチンを打てば