ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάποιος, μερικός

Παραδείγματα

  • かれはもう十歳じゅっさいです。

    Είναι ήδη σαράντα-κάτι χρονών.

  • そのほん十年じゅうねんまえ出版しゅっぱんされたものだ。

    Εκείνο το βιβλίο εκδόθηκε πριν από δεκάδες χρόνια.

  • 彼女かのじょ十年じゅうねんぶりに故郷こきょうかえり、わりてたまち姿すがたおどろきをかくせなかった。

    Μετά από δεκάδες χρόνια επέστρεψε στην πατρίδα της και δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της βλέποντας πόσο είχε αλλάξει η πόλη.