いっちょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανάμειξη, παρεμβατικότητα, επιπόλαιη εμπλοκή, το να χώνω τη μύτη μου παντού
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα άτομο που ανακατεύεται στα πάντα, παρεμβατικός άνθρωπος, αδιάκριτο άτομο

Κλίση

Παρόν (απλό)
一丁噛みする
Παρόν (ευγενικό)
一丁噛みします
Άρνηση (απλή)
一丁噛みしない
Άρνηση (ευγενική)
一丁噛みしません
Παρελθόν (απλό)
一丁噛みした
Παρελθόν (ευγενικό)
一丁噛みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一丁噛みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一丁噛みしませんでした
Τε-μορφή
一丁噛みして
Δυνητική
一丁噛みできる
Προστακτική
一丁噛みしろ
Βουλητική
一丁噛みしよう
Υποθετική (ば)
一丁噛みすれば