いっせいふうする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κάνω θραύση, κυριαρχώ στη σκέψη των ανθρώπων

Κλίση

Παρόν (απλό)
一世を風靡する
Παρόν (ευγενικό)
一世を風靡します
Άρνηση (απλή)
一世を風靡しない
Άρνηση (ευγενική)
一世を風靡しません
Παρελθόν (απλό)
一世を風靡した
Παρελθόν (ευγενικό)
一世を風靡しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一世を風靡しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一世を風靡しませんでした
Τε-μορφή
一世を風靡して
Δυνητική
一世を風靡できる
Προστακτική
一世を風靡しろ
Βουλητική
一世を風靡しよう
Υποθετική (ば)
一世を風靡すれば