一人ひとりにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω κάποιον μόνο του, αφήνω κάποιον στην ησυχία του, αφήνω κάποιον στην τύχη του

Παραδείγματα

  • どうぞ、一人ひとりにしてください。

    Σε παρακαλώ, άσε με μόνο/η.

  • つかれているから、しばらく一人ひとりにしてほしい。

    Είμαι κουρασμένος/η, οπότε θέλω να με αφήσεις μόνο/η για λίγο.

  • かなしんでいるときは、そっとしておいて、一人ひとりにしてあげるのがやさしさだとおもいます。

    Νομίζω ότι όταν κάποιος είναι στενοχωρημένος, είναι ευγενικό να τον αφήνεις ήσυχο και μόνο του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
一人にする
Παρόν (ευγενικό)
一人にします
Άρνηση (απλή)
一人にしない
Άρνηση (ευγενική)
一人にしません
Παρελθόν (απλό)
一人にした
Παρελθόν (ευγενικό)
一人にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一人にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一人にしませんでした
Τε-μορφή
一人にして
Δυνητική
一人にできる
Προστακτική
一人にしろ
Βουλητική
一人にしよう
Υποθετική (ば)
一人にすれば