いったいぜんたい

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στο καλό (π.χ. τι στο καλό;), στον κόσμο (π.χ. γιατί στον κόσμο;), στη γη (π.χ. ποιος στη γη;)