いっ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνθέτω ποίημα (ιδιαίτερα χαϊκού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
一句詠む
Παρόν (ευγενικό)
一句詠みます
Άρνηση (απλή)
一句詠まない
Άρνηση (ευγενική)
一句詠みません
Παρελθόν (απλό)
一句詠んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
一句詠みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一句詠まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一句詠みませんでした
Τε-μορφή
一句詠んで
Δυνητική
一句詠める
Προστακτική
一句詠め
Βουλητική
一句詠もう
Υποθετική (ば)
一句詠めば