一いっ向こうに

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εντελώς, απολύτως, πλήρως
  2. 02 καθόλου
  3. 03 επιμελώς, με προσήλωση, αποφασιστικά

Παραδείγματα

  • 彼かれは一向いっこうに話はなさない。

    Αυτός καθόλου δεν μιλάει.

  • 何度なんど呼よんでも、猫ねこは一向いっこうに来こなかった。

    Όσες φορές κι αν φώναξα, η γάτα καθόλου δεν ήρθε.

  • その問題もんだいについて議論ぎろんを重かさねたが、彼かれらは一向いっこうに解決策かいけつさくを見出みだせなかった。

    Παρόλο που συζητούσαν επανειλημμένα για το συγκεκριμένο πρόβλημα, δεν μπόρεσαν να βρουν καμία απολύτως λύση.