一いち味み

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ひとあじ

  1. 01 φατρία, γένος, συμμορία, κύκλωμα, ομάδα, συνωμότες, υποστηρικτές
  2. 02 συμμετοχή (π.χ. σε συνωμοσία)
  3. 03 μία γεύση, μία γοητεία
  4. 04 ένα συστατικό (στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
  5. 05 καθολικότητα (των διδασκαλιών του Βούδα)

Παραδείγματα

  • 彼かれらは一味いちみです。

    Αυτοί είναι μια ομάδα.

  • 警察けいさつは悪わるい一味いちみを捕つかまえました。

    Η αστυνομία έπιασε την κακή συμμορία.

  • その事件じけんの背後はいごには、強力きょうりょくな政治家せいじかの一味いちみが関与かんよしていたと噂うわさされています。

    Φημολογείται πως πίσω από αυτό το περιστατικό, εμπλεκόταν μια ισχυρή ομάδα πολιτικών.

Κλίση

Παρόν (απλό)
一味する
Παρόν (ευγενικό)
一味します
Άρνηση (απλή)
一味しない
Άρνηση (ευγενική)
一味しません
Παρελθόν (απλό)
一味した
Παρελθόν (ευγενικό)
一味しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一味しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一味しませんでした
Τε-μορφή
一味して
Δυνητική
一味できる
Προστακτική
一味しろ
Βουλητική
一味しよう
Υποθετική (ば)
一味すれば