いっしょうさんたん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός η ανάγνωση ενός ποιήματος που αφήνει τον αναγνώστη με ακατάπαυστους αναστεναγμούς θαυμασμού

Κλίση

Παρόν (απλό)
一唱三嘆する
Παρόν (ευγενικό)
一唱三嘆します
Άρνηση (απλή)
一唱三嘆しない
Άρνηση (ευγενική)
一唱三嘆しません
Παρελθόν (απλό)
一唱三嘆した
Παρελθόν (ευγενικό)
一唱三嘆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一唱三嘆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一唱三嘆しませんでした
Τε-μορφή
一唱三嘆して
Δυνητική
一唱三嘆できる
Προστακτική
一唱三嘆しろ
Βουλητική
一唱三嘆しよう
Υποθετική (ば)
一唱三嘆すれば