ひとまわ

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μία περιστροφή, ένας κύκλος, μια διαδρομή
  2. 02 ένα μέγεθος (μεγαλύτερο ή μικρότερο)
  3. 03 ένας πλήρης κύκλος του κινεζικού ζωδιακού κύκλου (δώδεκα έτη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
一回りする
Παρόν (ευγενικό)
一回りします
Άρνηση (απλή)
一回りしない
Άρνηση (ευγενική)
一回りしません
Παρελθόν (απλό)
一回りした
Παρελθόν (ευγενικό)
一回りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一回りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一回りしませんでした
Τε-μορφή
一回りして
Δυνητική
一回りできる
Προστακτική
一回りしろ
Βουλητική
一回りしよう
Υποθετική (ば)
一回りすれば