いち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εντατική προετοιμασία της τελευταίας στιγμής, παπαγαλία της τελευταίας στιγμής
  2. 02 λαχανικά τουρσί που έχουν μείνει στην άλμη μόνο για ένα βράδυ

Κλίση

Παρόν (απλό)
一夜漬けする
Παρόν (ευγενικό)
一夜漬けします
Άρνηση (απλή)
一夜漬けしない
Άρνηση (ευγενική)
一夜漬けしません
Παρελθόν (απλό)
一夜漬けした
Παρελθόν (ευγενικό)
一夜漬けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一夜漬けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一夜漬けしませんでした
Τε-μορφή
一夜漬けして
Δυνητική
一夜漬けできる
Προστακτική
一夜漬けしろ
Βουλητική
一夜漬けしよう
Υποθετική (ば)
一夜漬けすれば