いっささえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντηρώ μια οικογένεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
一家を支える
Παρόν (ευγενικό)
一家を支えます
Άρνηση (απλή)
一家を支えない
Άρνηση (ευγενική)
一家を支えません
Παρελθόν (απλό)
一家を支えた
Παρελθόν (ευγενικό)
一家を支えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一家を支えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一家を支えませんでした
Τε-μορφή
一家を支えて
Δυνητική
一家を支えられる
Προστακτική
一家を支えろ
Βουλητική
一家を支えよう
Υποθετική (ば)
一家を支えれば