ひとやまてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πετυχαίνω διάνα, πλουτίζω ξαφνικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
一山当てる
Παρόν (ευγενικό)
一山当てます
Άρνηση (απλή)
一山当てない
Άρνηση (ευγενική)
一山当てません
Παρελθόν (απλό)
一山当てた
Παρελθόν (ευγενικό)
一山当てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一山当てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一山当てませんでした
Τε-μορφή
一山当てて
Δυνητική
一山当てられる
Προστακτική
一山当てろ
Βουλητική
一山当てよう
Υποθετική (ば)
一山当てれば