いっせきぶつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκφωνώ λόγο (μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο), βγάζω έναν επιβλητικό λόγο

Κλίση

Παρόν (απλό)
一席ぶつ
Παρόν (ευγενικό)
一席ぶちます
Άρνηση (απλή)
一席ぶたない
Άρνηση (ευγενική)
一席ぶちません
Παρελθόν (απλό)
一席ぶった
Παρελθόν (ευγενικό)
一席ぶちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一席ぶたなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一席ぶちませんでした
Τε-μορφή
一席ぶって
Δυνητική
一席ぶてる
Προστακτική
一席ぶて
Βουλητική
一席ぶとう
Υποθετική (ば)
一席ぶてば