いっせきもうける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οργανώνω μια μικρή δεξίωση ή δείπνο

Κλίση

Παρόν (απλό)
一席設ける
Παρόν (ευγενικό)
一席設けます
Άρνηση (απλή)
一席設けない
Άρνηση (ευγενική)
一席設けません
Παρελθόν (απλό)
一席設けた
Παρελθόν (ευγενικό)
一席設けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一席設けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一席設けませんでした
Τε-μορφή
一席設けて
Δυνητική
一席設けられる
Προστακτική
一席設けろ
Βουλητική
一席設けよう
Υποθετική (ば)
一席設ければ