いち

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ούτε μία φορά, ποτέ

Παραδείγματα

  • わたしはこれを一度いちどべたことがありません。

    Δεν το έχω φάει ποτέ αυτό.

  • わたし一度いちど日本にほんったことがありません。

    Δεν έχω πάει ποτέ στην Ιαπωνία.

  • わたしはあのときくだした決断けつだん一度いちど後悔こうかいしていません。

    Ποτέ δεν έχω μετανιώσει για την απόφαση που πήρα τότε.