いち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 όλη η παρέα, όλοι οι παρευρισκόμενοι
  2. 02 παρουσία, συμμετοχή (σε συγκέντρωση)
  3. 03 δεξίωση, δείπνο, πάρτι
  4. 04 θίασος
  5. 05 ένα άγαλμα
  6. 06 αρχαϊκό τιμητική θέση, επικεφαλής του τραπεζιού

Κλίση

Παρόν (απλό)
一座する
Παρόν (ευγενικό)
一座します
Άρνηση (απλή)
一座しない
Άρνηση (ευγενική)
一座しません
Παρελθόν (απλό)
一座した
Παρελθόν (ευγενικό)
一座しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一座しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一座しませんでした
Τε-μορφή
一座して
Δυνητική
一座できる
Προστακτική
一座しろ
Βουλητική
一座しよう
Υποθετική (ば)
一座すれば