一ひと息いきつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίρνω μια ανάσα, ξεκουράζομαι για λίγο
  2. 02 ανασαίνω, παίρνω ανάσα

Παραδείγματα

  • 一息ひといきつこう。

    Ας πάρουμε μια ανάσα.

  • 疲つかれたから、少すこし一息ひといきつきたい。

    Επειδή κουράστηκα, θέλω να ξεκουραστώ λίγο.

  • 長ながい会議かいぎの後あと、ようやく一息ひといきついて、気持きもちを落おち着つかせることができた。

    Μετά από μια μακρά συνάντηση, επιτέλους μπόρεσα να πάρω μια ανάσα και να ηρεμήσω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
一息つく
Παρόν (ευγενικό)
一息つきます
Άρνηση (απλή)
一息つかない
Άρνηση (ευγενική)
一息つきません
Παρελθόν (απλό)
一息ついた
Παρελθόν (ευγενικό)
一息つきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一息つかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一息つきませんでした
Τε-μορφή
一息ついて
Δυνητική
一息つける
Προστακτική
一息つけ
Βουλητική
一息つこう
Υποθετική (ば)
一息つけば