ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μία κίνηση, ένα τίναγμα (π.χ. πιπεριού)
  2. 02 ένα σπαθί

Κλίση

Παρόν (απλό)
一振りする
Παρόν (ευγενικό)
一振りします
Άρνηση (απλή)
一振りしない
Άρνηση (ευγενική)
一振りしません
Παρελθόν (απλό)
一振りした
Παρελθόν (ευγενικό)
一振りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一振りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一振りしませんでした
Τε-μορφή
一振りして
Δυνητική
一振りできる
Προστακτική
一振りしろ
Βουλητική
一振りしよう
Υποθετική (ば)
一振りすれば