いっぷく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρουφηξιά, ένα τσιγάρο, ένα φλιτζάνι τσάι
  2. 02 σύντομη ανάπαυλα, διάλειμμα
  3. 03 μία δόση (φαρμάκου ή δηλητηρίου)
  4. 04 σύντομη ηρεμία, μικρή παύση

Κλίση

Παρόν (απλό)
一服する
Παρόν (ευγενικό)
一服します
Άρνηση (απλή)
一服しない
Άρνηση (ευγενική)
一服しません
Παρελθόν (απλό)
一服した
Παρελθόν (ευγενικό)
一服しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一服しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一服しませんでした
Τε-μορφή
一服して
Δυνητική
一服できる
Προστακτική
一服しろ
Βουλητική
一服しよう
Υποθετική (ば)
一服すれば