いっぷく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δηλητηριάζω κάποιον
  2. 02 ετοιμάζω δηλητήριο

Κλίση

Παρόν (απλό)
一服盛る
Παρόν (ευγενικό)
一服盛ります
Άρνηση (απλή)
一服盛らない
Άρνηση (ευγενική)
一服盛りません
Παρελθόν (απλό)
一服盛った
Παρελθόν (ευγενικό)
一服盛りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一服盛らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一服盛りませんでした
Τε-μορφή
一服盛って
Δυνητική
一服盛れる
Προστακτική
一服盛れ
Βουλητική
一服盛ろう
Υποθετική (ば)
一服盛れば