いっぷく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καπνίζω ένα τσιγάρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
一服飲む
Παρόν (ευγενικό)
一服飲みます
Άρνηση (απλή)
一服飲まない
Άρνηση (ευγενική)
一服飲みません
Παρελθόν (απλό)
一服飲んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
一服飲みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一服飲まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一服飲みませんでした
Τε-μορφή
一服飲んで
Δυνητική
一服飲める
Προστακτική
一服飲め
Βουλητική
一服飲もう
Υποθετική (ば)
一服飲めば