いっぽん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενοποίηση, συγκεντρωτισμός, ολοκλήρωση, συνένωση, διαμόρφωση κοινής πολιτικής, συγχώνευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
一本化する
Παρόν (ευγενικό)
一本化します
Άρνηση (απλή)
一本化しない
Άρνηση (ευγενική)
一本化しません
Παρελθόν (απλό)
一本化した
Παρελθόν (ευγενικό)
一本化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一本化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一本化しませんでした
Τε-μορφή
一本化して
Δυνητική
一本化できる
Προστακτική
一本化しろ
Βουλητική
一本化しよう
Υποθετική (ば)
一本化すれば