いっぽん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πετυχαίνω ιπόν, κερδίζω έναν πλήρη πόντο (στο τζούντο, το κέντο κ.λπ.)
  2. 02 ιδιωματισμός κερδίζω κάποιον (σε διαφωνία), υπερέχω έναντι κάποιου, βάζω το χεράκι μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
一本取る
Παρόν (ευγενικό)
一本取ります
Άρνηση (απλή)
一本取らない
Άρνηση (ευγενική)
一本取りません
Παρελθόν (απλό)
一本取った
Παρελθόν (ευγενικό)
一本取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一本取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一本取りませんでした
Τε-μορφή
一本取って
Δυνητική
一本取れる
Προστακτική
一本取れ
Βουλητική
一本取ろう
Υποθετική (ば)
一本取れば