いっぱいいっぱい

επίθετο, επίρρημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στα όριά μου, στο έπακρο, εξαντλημένος, το μέγιστο των δυνατοτήτων μου, ίσα βάρκα ίσα νερά
  2. 02 ποτήρι με ποτήρι, το ένα ποτήρι μετά το άλλο