一歩も引かない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δεν υποχωρώ ούτε βήμα, μένω σταθερός στη θέση μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 一歩も引かない
- Παρόν (ευγενικό)
- 一歩も引かないです
- Άρνηση (απλή)
- 一歩も引かなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 一歩も引かなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 一歩も引かなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 一歩も引かなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 一歩も引かなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 一歩も引かなくなかったです
- Τε-μορφή
- 一歩も引かなくて
- Υποθετική (ば)
- 一歩も引かなければ
- Υποθετική (たら)
- 一歩も引かなかったら