いっ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω ένα βήμα μπροστά, προχωρώ ένα βήμα παραπέρα
  2. 02 ξεκινώ ένα σχέδιο κ.λπ., κάνω το πρώτο βήμα σε κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
一歩を踏み出す
Παρόν (ευγενικό)
一歩を踏み出します
Άρνηση (απλή)
一歩を踏み出さない
Άρνηση (ευγενική)
一歩を踏み出しません
Παρελθόν (απλό)
一歩を踏み出した
Παρελθόν (ευγενικό)
一歩を踏み出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一歩を踏み出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一歩を踏み出しませんでした
Τε-μορφή
一歩を踏み出して
Δυνητική
一歩を踏み出せる
Προστακτική
一歩を踏み出せ
Βουλητική
一歩を踏み出そう
Υποθετική (ば)
一歩を踏み出せば