いっがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω ένα βήμα πίσω
  2. 02 ιδιωματισμός οπισθοχωρώ (δηλαδή ξανασκέφτομαι κάτι), αποστασιοποιούμαι, περνώ σε δεύτερο πλάνο
  3. 03 ιδιωματισμός συμπεριφέρομαι με ταπεινότητα
  4. 04 ιδιωματισμός υποχωρώ (λίγο), κάνω μια παραχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
一歩下がる
Παρόν (ευγενικό)
一歩下がります
Άρνηση (απλή)
一歩下がらない
Άρνηση (ευγενική)
一歩下がりません
Παρελθόν (απλό)
一歩下がった
Παρελθόν (ευγενικό)
一歩下がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一歩下がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一歩下がりませんでした
Τε-μορφή
一歩下がって
Δυνητική
一歩下がれる
Προστακτική
一歩下がれ
Βουλητική
一歩下がろう
Υποθετική (ば)
一歩下がれば