一いっ気き

ουσιαστικό, επιφώνημα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 με μια ανάσα
  2. 02 πιες μονορούφι, πιες

Παραδείγματα

  • 水みずを一気いっきに飲のみます。

    Πίνω το νερό μονορούφι.

  • 彼かれはビールを一気いっきに飲のみました。

    Ήπιε την μπίρα μονορούφι.

  • 疲つかれていたけれど、今日中きょうじゅうにこの仕事しごとを一気いっきに片付かたづけました。

    Αν και ήμουν κουρασμένος, κατάφερα να τελειώσω αυτή τη δουλειά μονομιάς μέσα στη μέρα.