一いっ気きに

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μονομιάς, με τη μία, με μια ανάσα, χωρίς διακοπή, συνεχόμενα
  2. 02 ξαφνικά, απότομα, απροόπτα, μεμιάς

Παραδείγματα

  • 水みずを一気いっきに飲のみました。

    Ήπια το νερό μονομιάς.

  • 彼かれは山頂さんちょうまで一気いっきに登のぼり切きった。

    Αυτός ανέβηκε στην κορυφή του βουνού χωρίς στάση.

  • この仕事しごとは複雑ふくざつですが、集中しゅうちゅうすれば一気いっきに片付かたづけることができるでしょう。

    Αν και αυτή η δουλειά είναι περίπλοκη, αν συγκεντρωθούμε, θα μπορέσουμε να την τελειώσουμε μονομιάς.