いっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη μαραθώνιος θέασης, αδιάλειπτη παρακολούθηση τηλεοπτικών σειρών

Κλίση

Παρόν (απλό)
一気見する
Παρόν (ευγενικό)
一気見します
Άρνηση (απλή)
一気見しない
Άρνηση (ευγενική)
一気見しません
Παρελθόν (απλό)
一気見した
Παρελθόν (ευγενικό)
一気見しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一気見しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一気見しませんでした
Τε-μορφή
一気見して
Δυνητική
一気見できる
Προστακτική
一気見しろ
Βουλητική
一気見しよう
Υποθετική (ば)
一気見すれば