一泡吹かせる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός αιφνιδιάζω κάποιον, πιάνω κάποιον απροετοίμαστο και τον αναστατώνω, ματαιώνω (π.χ. σχέδια κάποιου), κατάφερω ένα χτύπημα σε κάποιον, τρομάζω κάποιον πάρα πολύ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 一泡吹かせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 一泡吹かせます
- Άρνηση (απλή)
- 一泡吹かせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 一泡吹かせません
- Παρελθόν (απλό)
- 一泡吹かせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 一泡吹かせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 一泡吹かせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 一泡吹かせませんでした
- Τε-μορφή
- 一泡吹かせて
- Δυνητική
- 一泡吹かせられる
- Προστακτική
- 一泡吹かせろ
- Βουλητική
- 一泡吹かせよう
- Υποθετική (ば)
- 一泡吹かせれば
- Υποθετική (たら)
- 一泡吹かせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 一泡吹かせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 一泡吹かせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 一泡吹かせなさい
- Παθητική
- 一泡吹かせられる
- Αιτιατική
- 一泡吹かせさせる