いちある

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω δίκιο σε ένα βαθμό, περιέχω κάποια αλήθεια, βγάζω κάποιο νόημα, έχω κάποια αξία

Κλίση

Παρόν (απλό)
一理ある
Παρόν (ευγενικό)
一理あります
Άρνηση (απλή)
一理ない
Άρνηση (ευγενική)
一理ありません
Παρελθόν (απλό)
一理あった
Παρελθόν (ευγενικό)
一理ありました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一理なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一理ありませんでした
Τε-μορφή
一理あって
Δυνητική
一理あれる
Προστακτική
一理あれ
Βουλητική
一理あろう
Υποθετική (ば)
一理あれば