一いち理り

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχή, λόγος, επιχείρημα, κάποια αλήθεια

Παραδείγματα

  • あなたの意見いけんにも一理いちりあります。

    Και η άποψή σου έχει κάποια βάση.

  • 彼かれの言いうことにも一理いちりあるので、聞きく価値かちはあります。

    Αυτό που λέει έχει κάποια αλήθεια, οπότε αξίζει να το ακούσεις.

  • 複数ふくすうの意見いけんが対立たいりつする中なかで、それぞれの主張しゅちょうに一理いちりあると感かんじ、判断はんだんに迷まよいました。

    Με πολλές αντικρουόμενες απόψεις, ένιωσα ότι κάθε επιχείρημα είχε κάποια βάση, και δυσκολεύτηκα να αποφασίσω.