いちばん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ο πρώτος αναβάτης σε επίθεση
  2. 02 ο πρώτος που φτάνει

Κλίση

Παρόν (απλό)
一番乗りする
Παρόν (ευγενικό)
一番乗りします
Άρνηση (απλή)
一番乗りしない
Άρνηση (ευγενική)
一番乗りしません
Παρελθόν (απλό)
一番乗りした
Παρελθόν (ευγενικό)
一番乗りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一番乗りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一番乗りしませんでした
Τε-μορφή
一番乗りして
Δυνητική
一番乗りできる
Προστακτική
一番乗りしろ
Βουλητική
一番乗りしよう
Υποθετική (ば)
一番乗りすれば