一発やる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό χυδαίο συνουσιάζομαι, κάνω σεξ με κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 一発やる
- Παρόν (ευγενικό)
- 一発やります
- Άρνηση (απλή)
- 一発やらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 一発やりません
- Παρελθόν (απλό)
- 一発やった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 一発やりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 一発やらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 一発やりませんでした
- Τε-μορφή
- 一発やって
- Δυνητική
- 一発やれる
- Προστακτική
- 一発やれ
- Βουλητική
- 一発やろう
- Υποθετική (ば)
- 一発やれば
- Υποθετική (たら)
- 一発やったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 一発やりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 一発やるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 一発やりなさい
- Παθητική
- 一発やられる
- Αιτιατική
- 一発やらせる