いっぱつぎゃくてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολική ανατροπή με ένα χτύπημα, η αναστροφή της κατάστασης με μία επιτυχημένη κίνηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
一発逆転する
Παρόν (ευγενικό)
一発逆転します
Άρνηση (απλή)
一発逆転しない
Άρνηση (ευγενική)
一発逆転しません
Παρελθόν (απλό)
一発逆転した
Παρελθόν (ευγενικό)
一発逆転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一発逆転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一発逆転しませんでした
Τε-μορφή
一発逆転して
Δυνητική
一発逆転できる
Προστακτική
一発逆転しろ
Βουλητική
一発逆転しよう
Υποθετική (ば)
一発逆転すれば