ひとかわむける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεφλουδίζω (π.χ. από ηλιακό έγκαυμα)
  2. 02 βελτιώνομαι, εξευγενίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
一皮むける
Παρόν (ευγενικό)
一皮むけます
Άρνηση (απλή)
一皮むけない
Άρνηση (ευγενική)
一皮むけません
Παρελθόν (απλό)
一皮むけた
Παρελθόν (ευγενικό)
一皮むけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一皮むけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一皮むけませんでした
Τε-μορφή
一皮むけて
Δυνητική
一皮むけられる
Προστακτική
一皮むけろ
Βουλητική
一皮むけよう
Υποθετική (ば)
一皮むければ