一目も二目も置く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός υποκλίνομαι στην ανωτερότητα κάποιου, αναγνωρίζω την ανωτερότητα κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 一目も二目も置く
- Παρόν (ευγενικό)
- 一目も二目も置きます
- Άρνηση (απλή)
- 一目も二目も置かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 一目も二目も置きません
- Παρελθόν (απλό)
- 一目も二目も置いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 一目も二目も置きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 一目も二目も置かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 一目も二目も置きませんでした
- Τε-μορφή
- 一目も二目も置いて
- Δυνητική
- 一目も二目も置ける
- Προστακτική
- 一目も二目も置け
- Βουλητική
- 一目も二目も置こう
- Υποθετική (ば)
- 一目も二目も置けば
- Υποθετική (たら)
- 一目も二目も置いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 一目も二目も置きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 一目も二目も置くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 一目も二目も置きなさい
- Παθητική
- 一目も二目も置かれる
- Αιτιατική
- 一目も二目も置かせる