一いち瞥べつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ματιά, βλέμμα, φευγαλέα ματιά

Παραδείγματα

  • 彼かれは私わたしに一瞥いちべつをくれた。

    Μου έριξε μια ματιά.

  • 忙いそがしい彼かれは、私わたしに一瞥いちべつを向むけて立たち去さった。

    Βιαστικός όπως ήταν, μου έριξε μια γρήγορη ματιά και έφυγε.

  • その芸術作品げいじゅつさくひんは、たとえ一瞥いちべつしただけでも強烈きょうれつな印象いんしょうを残のこすほどの魅力みりょくがあった。

    Αυτό το έργο τέχνης είχε τόση γοητεία που άφηνε έντονη εντύπωση ακόμα κι αν του έριχνες μια φευγαλέα ματιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
一瞥する
Παρόν (ευγενικό)
一瞥します
Άρνηση (απλή)
一瞥しない
Άρνηση (ευγενική)
一瞥しません
Παρελθόν (απλό)
一瞥した
Παρελθόν (ευγενικό)
一瞥しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一瞥しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一瞥しませんでした
Τε-μορφή
一瞥して
Δυνητική
一瞥できる
Προστακτική
一瞥しろ
Βουλητική
一瞥しよう
Υποθετική (ば)
一瞥すれば