いっむくいる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αντεπιτίθεμαι, ανταποδίδω ένα πλήγμα, αντεπιτίθεμαι σε κάποιον, απαντώ με ειρωνεία

Κλίση

Παρόν (απλό)
一矢を報いる
Παρόν (ευγενικό)
一矢を報います
Άρνηση (απλή)
一矢を報いない
Άρνηση (ευγενική)
一矢を報いません
Παρελθόν (απλό)
一矢を報いた
Παρελθόν (ευγενικό)
一矢を報いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一矢を報いなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一矢を報いませんでした
Τε-μορφή
一矢を報いて
Δυνητική
一矢を報いられる
Προστακτική
一矢を報いろ
Βουλητική
一矢を報いよう
Υποθετική (ば)
一矢を報いれば