いっせきとうじる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προκαλώ αναστάτωση, ανακινώ ζήτημα, προκαλώ αίσθηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
一石を投じる
Παρόν (ευγενικό)
一石を投じます
Άρνηση (απλή)
一石を投じない
Άρνηση (ευγενική)
一石を投じません
Παρελθόν (απλό)
一石を投じた
Παρελθόν (ευγενικό)
一石を投じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一石を投じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一石を投じませんでした
Τε-μορφή
一石を投じて
Δυνητική
一石を投じられる
Προστακτική
一石を投じろ
Βουλητική
一石を投じよう
Υποθετική (ば)
一石を投じれば