一緒に
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μαζί (με)
- 02 ταυτόχρονα, συγχρόνως
- 03 ως ένα σύνολο, στην ίδια κατηγορία
Παραδείγματα
-
一緒に食べます。
Θα φάμε μαζί.
-
週末に、友達と一緒に映画を見に行きます。
Το Σαββατοκύριακο θα πάω σινεμά με τους φίλους μου.
-
今回のプロジェクトは、チーム全員で一緒に協力し、期限内に成功させることができました。
Στο φετινό πρότζεκτ, όλη η ομάδα συνεργάστηκε και καταφέραμε να το ολοκληρώσουμε επιτυχώς μέσα στην προθεσμία.