いっしょになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενώνομαι, σμίγω, συγχωνεύομαι, συναντώ
  2. 02 παντρεύομαι, γίνομαι παντρεμένο ζευγάρι

Παραδείγματα

  • わたしたちは一緒いっしょになります

    Θα είμαστε μαζί.

  • 今度こんどみんな一緒いっしょになりましょう。

    Την επόμενη φορά, ας είμαστε όλοι μαζί.

  • 様々さまざま困難こんなんえ、最終的さいしゅうてき二人ふたり一緒いっしょになることを決意けついしました。

    Αφού ξεπέρασαν διάφορες δυσκολίες, οι δυο τους αποφάσισαν επιτέλους να σμίξουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
一緒になる
Παρόν (ευγενικό)
一緒になります
Άρνηση (απλή)
一緒にならない
Άρνηση (ευγενική)
一緒になりません
Παρελθόν (απλό)
一緒になった
Παρελθόν (ευγενικό)
一緒になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一緒にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一緒になりませんでした
Τε-μορφή
一緒になって
Δυνητική
一緒になれる
Προστακτική
一緒になれ
Βουλητική
一緒になろう
Υποθετική (ば)
一緒になれば