いっせんかくする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός θέτω διαχωριστική γραμμή, κάνω διάκριση, ξεχωρίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
一線を画する
Παρόν (ευγενικό)
一線を画します
Άρνηση (απλή)
一線を画しない
Άρνηση (ευγενική)
一線を画しません
Παρελθόν (απλό)
一線を画した
Παρελθόν (ευγενικό)
一線を画しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一線を画しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一線を画しませんでした
Τε-μορφή
一線を画して
Δυνητική
一線を画できる
Προστακτική
一線を画しろ
Βουλητική
一線を画しよう
Υποθετική (ば)
一線を画すれば