一いっ致ち

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμφωνία, σύμπνοια, αντιστοιχία, συνέπεια, ταύτιση, σύμπτωση
  2. 02 ένωση, ενότητα, συνεργασία

Παραδείγματα

  • 意見いけんが一致いっちしました。

    Συμφωνήσαμε στις απόψεις μας.

  • 彼かれらの話はなしは事実じじつと一致いっちしていました。

    Αυτά που είπαν συνάδουν με τα γεγονότα.

  • 全員ぜんいんの意見いけんを聞きいた結果けっか、最終的さいしゅうてきに目標もくひょうで一致いっちすることができました。

    Αφού ακούσαμε όλες τις απόψεις, καταφέραμε επιτέλους να συμφωνήσουμε στον στόχο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
一致する
Παρόν (ευγενικό)
一致します
Άρνηση (απλή)
一致しない
Άρνηση (ευγενική)
一致しません
Παρελθόν (απλό)
一致した
Παρελθόν (ευγενικό)
一致しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一致しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一致しませんでした
Τε-μορφή
一致して
Δυνητική
一致できる
Προστακτική
一致しろ
Βουλητική
一致しよう
Υποθετική (ば)
一致すれば