一般公開
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανοιχτό για το κοινό (π.χ. κήπος)
- 02 δικαίωμα ανάγνωσης: οποιοσδήποτε
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 一般公開する
- Παρόν (ευγενικό)
- 一般公開します
- Άρνηση (απλή)
- 一般公開しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 一般公開しません
- Παρελθόν (απλό)
- 一般公開した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 一般公開しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 一般公開しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 一般公開しませんでした
- Τε-μορφή
- 一般公開して
- Δυνητική
- 一般公開できる
- Προστακτική
- 一般公開しろ
- Βουλητική
- 一般公開しよう
- Υποθετική (ば)
- 一般公開すれば
- Υποθετική (たら)
- 一般公開したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 一般公開したい
- Απαγορευτική (~な)
- 一般公開するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 一般公開しなさい
- Παθητική
- 一般公開される
- Αιτιατική
- 一般公開させる